About
Menu

κατερέω

κατερέω, to speak against, accuse (fut)

κατερέω, Att. κατερῶ, serving as fut. of aor. κατεῖπον: pf. κατείρηκα: —
  • speak against, accuse, τινος X. Cyr. 1.4.8; τινὸς πρός τινα Pl. R. 595b; τινὸς ἐναντίον τινός Id. Thg. 125a.
      • 2 c. acc., denounce, τινὰ πρός τινα Hdt. 3.71: abs., κατερῶ Ἀθηναίοισι IG 1(2).39.25.
    • II declare, πόθεν . . Pi. Pae. 6.129; tell plainly, κ. ἐν τῷ κεῖται χώρῳ ἡ παρακαταθήκη Hdt. 5.92.ηʹ; κατερῶ πρὸς ὑμᾶς ἐλευθέρως τἀληθῆ Ar. Nu. 518, cf. E. Med. 1106 (anap.); κ. τοὔνομʼ ὅ τι ποτʼ ἐστί σοι Ar. Pax 189:—Pass., κατειρήσεται shall be declared, Hdt. 6.69.

Saved

Recent