Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καταβαφής
καταβαφής, soaked
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καταβαπτέον
καταβαπτίζω
καταβαπτισμός
καταβαπτιστής
καταβάπτω
καταβαρβαρόω
καταβαρέω
καταβαρής
καταβάρησις
καταβαρύνω
κατάβαρυς
καταβάς
καταβασανίζω
καταβασία
καταβάσιον
καταβάσιος
κατάβασις
καταβασκαίνω
καταβασμός
καταβατέον
καταβατεύω
καταβάτης
καταβατικός
καταβατικῶς
καταβατός
καταβαΰζω
καταβαυκαλάω
καταβαυκάλησις
καταβαυκαλίζω
καταβαφή
καταβαφής
καταβδελύσσομαι
καταβεβαιόομαι
καταβεβαιόω
καταβεβαίωσις
καταβεβλακευμένως
καταβεβλημένως
καταβείομεν
καταβελής
καταβη
κατάβηθι
καταβήμεναι
καταβήσεται
καταβιάζομαι
καταβιάζω
καταβιβάζω
καταβίβασις
καταβιβάσκω
καταβιβασμός
καταβιβαστέος
καταβιβρώσκω
καταβινέω
καταβίνημι
καταβιόω
καταβίωσις
καταβλαβεύς
καταβλακεύω
καταβλάπτω
καταβλέθει
καταβλέπειν
καταβλέπω
…
καταβαφής
Save
καταβαφής, soaked
LSJ
κατα-βᾰφής, ές,
soaked,
δρώπακι
Paul.Aeg.
1.30.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}