καταβαΰζω
καταβαΰζω, bark at
καταβᾰΰζω,
- bark at, prob. in Heraclit. 97; τινος AP 7.408 (Leon., καταβαύξας metri gr.).
κατα·βαΰζω (part. ao. -βαΰξας) [βᾰ] aboyer contre, gén. Anth. 7, 408.
καταβαΰζω, (βαΰζω), anbellen, τινός, καταβαΰξας Leon.Tar. 97 (VII.408).
καταβαΰζω
fut. ξω
- to bark at, τινός Anth.