καταβεβλημένως
καταβεβλημένως, contemptibly
καταβεβλημένως, Adv. pf. part. Pass. of καταβάλλω,
- contemptibly, Isoc. 15.305.
καταβεβλημένως, adv. d’une façon dégradée, Isocr. Antid. § 306.
Étym. καταβάλλω.
καταβεβλημένως, weggeworfen, gemein, ζῆν, Isocr.