καταγλαΐζω
καταγλαΐζω, glorify
κατ-αγλᾰΐζω,
- glorify, AP 11.64.8 (Agath.); ναὸν λίθοις J. AJ 8.5.2:—Pass., κατηγλαϊσμένοι splendidly attired, Com.Adesp. 1275.
κατ·αγλαΐζω (f. -ΐσω, ao. κατηγλάϊσα, part. pf. pass. κατηγλαϊσμένος) faire briller, illuminer, Anth. 11, 64, etc.
καταγλαΐζω, verstärktes ἀγλαΐζω, Sp., μαρμαρυγῇς κάλλους νᾶμα κατηγλάϊσεν Agath. 24 (XI.64).
καταγλαΐζω
- to glorify, Anth.