κατακίρνημι
κατακίρνημι,
- = κατακεράννυμι, in Pass., Longin. 15.9, AP 9.362.12, Iamb. in Nic. p.119 P.:—also κατα-κιρνάω, Id. Protr. 21.ισ.
κατα·κίρνημι (seul. pass. κατακίρναμαι [ᾰμ]) c. le préc. Anth. 9, 362 ; Lgn 15, 9.