κατακληΐς Save LSJ Bailly 2024 Pape κατακληΐς, ῖδος, ἡ, Ion. for κατακλείς. κατα·κληΐς, ΐδος (ἡ) ion. c. κατακλείς, Call. Dian. 82. κατακληΐς, ῗδος, ἡ, ion. = κατακλείς, Verschluß, βελέμνων, Köcher, Callim. Dian. 82.