κατακιρνάω Save Bailly 2024 Pape κατα·κιρνάω-ῶ, c. κατακεράννυμι, A. Aphr. Probl. 2, 70. κατακιρνάω, = κατακεράννυμι, Sp.; im pass. κατακίρναμαι, Longin. 15.9 ; Epigr. symm. her. 21 (IX.362.12).