κατάκλειστος
κατάκλειστος, shut up
κατά-κλειστος, ον,
- shut up, of women, Call. Fr. 118, cf. LXX 2 Ma. 3.19, Luc. Tim. 15, Hsch.; οἴκοι κατάκλειστος ἦν D.L. 6.94; κ. εἶχεν τὰ βιβλία Str. 13.1.54; precious, τίμιον ἢ κ. S.E. P. 1.143.
κατάκλειστος, ος, ον, enfermé, Call. (Héph. p. 111) ; Str. 609 ; Luc. Tim. 15, etc.
Étym. κατακλείω.
κατάκλειστος, eingeschlossen, eingesperrt ; κατάκλειστον ἐν θύραις καὶ σκότῳ φυλάττοντας Luc. Tim. 15 ; Sp.