καταντία
καταντία, hanging downwards
καταντ-ία, ἡ,
- hanging downwards, Hp. Off. 3.
- II καταντία, v. καταντίον.
1 καταντία, ας (ἡ) lieu en pente, Hpc. 741h.
Étym. καταντίος.
2 καταντία, adv. en face, vis-à-vis, Opp. H. 2, 555 ; Agésianax (Plut. M. 921b).
Étym. καταντίος, sel. d’autres, κατ’ ἀντία.
καταντία ¹, ἡ, die Abschüssigkeit. Vgl. καταντίος.