κατανοτίζω
κατανοτίζω, to bedew
κατανοτίζω,
- bedew, κατὰ δὲ γόος ἅμα χαρᾷ τὸ σὸν νοτίζει βλέφαρον E. IT 833 (lyr.).
κατανοτίζω, benetzen, anfeuchten, in tmesi, Eur. I.T. 833.
κατανοτίζω
fut. σω
- to bedew, Eur.