About Report a problem

Menu

κατανοτίζω

κατανοτίζω, to bedew

κατανοτίζω,
  • bedew, κατὰ δὲ γόος ἅμα χαρᾷ τὸ σὸν νοτίζει βλέφαρον E. IT 833 (lyr.).

Saved

Recent