κατανοσφίζομαι
κατανοσφίζομαι, embezzle
κατανοσφίζομαι, Med.,
- embezzle, τὰ δημόσια D.H. 4.11.
κατα·νοσφίζομαι, détourner à son profit, s’approprier par un vol, DH. 4, 11.
κατανοσφίζομαι, für sich bei Seite bringen, unterschlagen, τὰ δημόσια Dion.Hal. 4.11.