Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κατανοίγνυμι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατάνευσις
κατανεύω
κατάνεφος
κατανεφόω
κατανέω
κατάνη
Κατάνη
κατανήχομαι
κατανήω
κατανθίζομαι
κατανθίζω
κατανθρακίζω
κατανθρακόω
κατανθρωπίζω
κατανθρωπισμός
κατανιάω
κατανίζω
κατανικάνδρα
κατανικάω
κατάνιμμα
κατανίπτης
κατανίπτω
κατανίσσομαι
κατανίσταμαι
κατανίφω
κατανοέω
κατανόημα
κατανόησις
κατανοητέον
κατανοητικός
κατανοίγνυμι
κατανοίγω
κατάνομαι
κατανομή
κατανομίζω
κατανομιστεύω
κατανομοθετέω
κατάνομος
κάτανος
κατανοστέω
κατανοσφίζομαι
κατανοτιαῖος
κατανοτίζω
κατανουθετέω
κάταντα
καταντάω
κατάντημα
κατάντην
κατάντης
κατάντησιν
κατάντησις
κατάντηστιν
καταντητέον
καταντία
καταντιβολέω
καταντικρύ
καταντικρύς
καταντίον
καταντίος
καταντίπερα
καταντιπέραν
…
κατανοίγνυμι
Save
LSJ
κατ-ανοίγνυμι, strengthd. for
ἀνοίγω,
LXX
Ps.
4.4,
Philostr.
Dial.
2.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}