καταρραγή
καταρραγή, collapse, falling in
καταρρᾰγή, ἡ,
- collapse, falling in, τοῦ σώματος Hp. Mul. 1.1.
- 2 rending, καταρραγαὶ πέπλων Lyc. 256.
καταρραγή, ῆς (ἡ) [ᾰγ] déchirement, lacération, Lyc. 256.
Étym. καταρρήγνυμι.
καταρραγή, ἡ, der Riß, πέπλων καταρραγαί Lycophr. 256.