Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κατασκελετόω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατασθενέω
κατασθμαίνω
κατασιγάζω
κατασιγαίνω
κατασιγαστέον
κατασιγαστικός
κατασιγάω
κατασιδηρόω
κατασικελίζω
κατασιλλαίνω
κατάσιμος
κατασινάζω
κατασίνομαι
κατασιτέομαι
κατάσιτος
κατασιωπάω
κατασιώπη
κατασιωπητέον
κατασκαίρω
κατασκάπτω
κατασκαριφάω
κατασκαφή
κατασκαφής
κατασκάφιλος
κατασκεδάζω
κατασκεδάννυμι
κατασκεδαννύω
κατασκεδῶ
κατασκελετεύω
κατασκελετέω
κατασκελετόω
κατασκελής
κατασκέλλομαι
κατασκέλλω
κατασκένω
κατασκέομαι
κατασκεπάζω
κατασκέπασμα
κατασκεπαστέον
κατασκεπαστός
κατάσκεπος
κατασκέπτομαι
κατασκέπω
κατασκευάζω
κατασκευασείω
κατασκευασία
κατασκεύασις
κατασκεύασμα
κατασκευασμάτιον
κατασκευασμός
κατασκευαστέον
κατασκευαστέος
κατασκευαστής
κατασκευαστικός
κατασκευαστικῶς
κατασκευαστός
κατασκευάστρια
κατασκευαστῶς
κατασκευή
κατάσκευος
κατασκευόω
…
κατασκελετόω
Save
LSJ
κατασκελετ-όω, = foreg.,
Phot.
(Pass.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}