Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κατασκλῆναι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατασκευασμός
κατασκευαστέον
κατασκευαστέος
κατασκευαστής
κατασκευαστικός
κατασκευαστικῶς
κατασκευαστός
κατασκευάστρια
κατασκευαστῶς
κατασκευή
κατάσκευος
κατασκευόω
κατάσκεψις
κατασκέω
κατασκηνάω
κατασκηνέω
κατασκηνόω
κατασκήνωμα
κατασκήνωσις
κατασκήπτω
κατάσκηψις
κατασκιάζω
κατασκιάω
κατασκίδναμαι
κατάσκιος
κατασκιρόομαι
κατασκιρόω
κατασκιρρόω
κατασκιρτάω
κατασκίρτημα
κατασκλῆναι
κατασκληραίνω
κατασκληρόομαι
κατάσκληρος
κατασκληρύνομαι
κατασκληρύνω
κατασκόπευσις
κατασκοπεύω
κατασκοπέω
κατασκοπή
κατασκόπησις
κατασκοπία
κατασκοπικός
κατασκόπιον
κατασκοπίς
κατασκοπίσκος
κατάσκοπος
κατασκορπίζω
κατασκοτίζω
κατάσκοτος
κατασκυθρωπάζω
κατασκυθρωπάω
κατασκυλεύω
κατασκύλλω
κατασκώπτω
κατασμενίζω
κατασμικρίζω
κατασμικρολογέω
κατασμικρύνω
κατάσμυρνος
κατασμυρνόω
…
κατασκλῆναι
Save
LSJ
κατασκλῆναι, v. κατασκέλλομαι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}