κατασκευάστρια
κατασκευάστρια, she who prepares
κατασκευ-άστρια, ἡ, fem. of κατασκευαστής,
- she who prepares, Sch. Lyc. 578 (ed. Bachm.).
κατασκευάστρια, ἡ, fem. zu κατασκευαστής, Schol. Lycophr. 578.