κατάσκληρος
κατάσκληρος, very hard
κατάσκληρ-ος,
- very hard, Ph. Bel. 71.30, Hippiatr. 96.
κατά·σκληρος, ος, ον, très dur, Phil. byz. Bel. p. 71 ; Hippiatr. p. 233, 2.
Étym. κ. σκληρός.
κατάσκληρος, hart, Mathem. vett.