κατασπαράσσω
κατασπαράσσω, to tear down, pull to pieces
κατασπᾰράσσω, Att. κατασπαράττω,
- tear in pieces, Ar. Eq. 729; βυβλίον Plb. 23.14.8, D.S. 29.21; κατεσπαραγμένη τὴν ἐσθῆτα Luc. Asin. 22.
κατα·σπαράσσω, att. -άττω [πᾰ] déchirer, acc. Ar. Eq. 725 ; Luc. As. 22 ||
Moy. m. sign. Eum. p. 278.
κατασπαράσσω, zerreißen, zerfleischen ; Ar. Eq. 725 ; παρθένον κατεσπαραγμένην τὴν ἐσθῆτα καὶ κόμην Luc. Asin. 22.
κατασπαράσσω
Attic -ττω
fut. ξω
- to tear down, pull to pieces, Ar.