κατασπορεύς
κατασπορεύς, sower
κατασπορ-εύς, έως, ὁ,
- sower, PFay. 118.11 (ii A.D.), PLond. 1821.217.
κατασπορεύς, ὁ, der Aussäende, Sp.
κατασπορεύς, sower