κατασπουδαζόντως
κατασπουδαζόντως, eagerly
κατασπουδ-αζόντως, Adv.
- eagerly, Hsch. s.v. ἠπειγμένως (ἐπηγ -cod.).
κατασπουδαζόντως, eilend, eifrig, Hesych. v. ἐπηγμένως.
κατασπουδαζόντως, eagerly