κατασπορά
κατασπορά, sowing
κατασπορ-ά, ἡ,
- sowing, PTeb. 341.5 (ii A.D.), POxy. 2121.42 (iii A.D.), Sch. Pl. Lg. 853d, Phot. s.v. κερασβόλα.
κατασπορά, ἡ, das Besäen, Sp.