Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κατορυκτός
κατορυκτός, deep-buried
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατοπτίλλεταί μοι
κατοπτίλλομαι
κατόπτομαι
κάτοπτος
κατοπτρίζω
κατοπτρικός
κατοπτρικῶς
κάτοπτρις
κατοπτρῖτις
κατοπτροειδής
κάτοπτρον
κατοράω
κατοργανίζω
κατοργάς
κατοργάω
κατοργιάζω
κατοργόω
κατορέγομαι
κάτορθος
κατορθόω
κατόρθωμα
κατόρθωσις
κατορθωτέον
κατορθωτής
κατορθωτικός
κατορουβάν
κατορούω
κατοροφόω
κάτορρα
κατορρωδέω
κατορυκτός
κατόρυξις
κατορύσσω
κατορύττω
κατορυχή
κατορφνάομαι
κατορφνάω
κατορχέομαι
κατορχίτης
κατορχίτης οἶνος
κατόσσομαι
κατοσφραίνομαι
κατότι
κατουδαῖος
κατουλάς
κατουλέω
κάτουλος
Κάτουλος
κατουλόω
κατούλωσις
κατουλωτικός
κατουρανόθεν
κατουρέω
κατουρίζω
κατουρόω
κατουτάω
κατούχιος
κατοφείλω
κατοφρυάομαι
κατοφρυόομαι
κάτοφρυς
…
κατορυκτός
Save
κατορυκτός, deep-buried
LSJ
κατ-ορυκτός, ή, όν,
deep-buried,
Suid.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}