καχασμός
κᾰχ-ασμός, ὁ,
- loud laughter, v.l. for κιχλισμός, Ar. Nu. 1073 (pl.).
καχασμός, οῦ (ὁ) [κᾰ] c. καγχασμός, Ar. Nub. 1073.
Étym. καχάζω.
καχασμός, ὁ, ausgelassenes Lachen, ἔκχυτος γέλως, VLL ; so liest Rav. cod. Ar. Nub. 1072 für κιχλισμός. – Sp., wie Clem.Al. u. Poll. 6.199, haben καγχασμός.
καχασμός
= καγχασμός (q. v.), Ar.