Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καυχηματικός
καυχηματικός, boastful
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καυστικός
καῦστις
καυστός
καῦστρα
καύστρα
Καΰστριον πεδίον
Καΰστριος
Καϋστρόβιος
Κάϋστρος
καύσω
καυσώδης
καυσωδῶς
καύσωμα
καύσων
καυτήρ
καυτηριάζω
καυτηρίδιον
καυτήριον
καύτης
καυτικός
καυτός
καὐτός
καύχα
καυχαλίς
καύχαμα
καυχάομαι
καυχάς
καύχη
καύχημα
καυχηματίας
καυχηματικός
καυχήμων
καύχησις
καυχητής
καυχητιάω
καυχός
καφ
Καφαρναούμ
Κάφαυρος
Καφεισίας
Καφένη
καφέω
Καφήρειος
Καφηρεύς
Καφηρίδες
Καφηρίς
Κάφις
Καφισίας
Καφίσιος
Καφισίς
Καφισόδωρος
Καφισός
καφουρά
κάφρυκτοι
Καφύα
Καφύαι
καφώρη
καχάζω
καχασμός
κἄχεζεν
καχειμονία
…
καυχηματικός
Save
καυχηματικός, boastful
LSJ
καυχ-ηματικός, ή, όν,
boastful,
Sch.
Il.
8.535 (Comp.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}