καυχήμων
καυχήμων, boastful
καυχ-ήμων, ον, gen. ονος,
- boastful, Babr. 5.10, Heph.Astr. 1.10.
καυχήμων, ων, ον, gén. ονος, vantard, Babr. 5, 10.
Étym. καυχάομαι.
καυχήμων
καυχάομαι
- boastful, Babr.