καυχητής
καυχητής, boaster
καυχ-ητής, οῦ, ὁ,
- boaster, Sch. Il. 7.96:—written καυχ-ηστής, EM 121.6.
καυχητής, ὁ, der Prahler, Schol. Il. 7.96, Erkl. von ἀπειλητήρ. Bei EM. 206.22 f.l. καυχηστής.