Καφίσιος
Καφίσιος, of Kephisos
Καφίσιος, v. Κηφίσιος.
Κᾱφῑσιος
- 1of Kephisos Καφισίων ὑδάτων λαχοῖσαι αἵτε ναίετε καλλίπωλον ἕδραν O. 14.1
Καφίσιος, of Kephisos