Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κάφρυκτοι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καυχαλίς
καύχαμα
καυχάομαι
καυχάς
καύχη
καύχημα
καυχηματίας
καυχηματικός
καυχήμων
καύχησις
καυχητής
καυχητιάω
καυχός
καφ
Καφαρναούμ
Κάφαυρος
Καφεισίας
Καφένη
καφέω
Καφήρειος
Καφηρεύς
Καφηρίδες
Καφηρίς
Κάφις
Καφισίας
Καφίσιος
Καφισίς
Καφισόδωρος
Καφισός
καφουρά
κάφρυκτοι
Καφύα
Καφύαι
καφώρη
καχάζω
καχασμός
κἄχεζεν
καχειμονία
καχείτης
καχεκτεύομαι
καχεκτέω
καχέκτημα
καχέκτης
καχεκτικός
κάχεκτος
καχελκής
καχεξής
καχεξία
καχέσπερος
καχεταιρεία
καχήμερος
κἀχθές
καχίλα
κάχλα
καχλάζω
καχλαίνω
κάχλασμα
καχλασμός
κάχληξ
κἀχλίδων
καχνάζει
…
κάφρυκτοι
Save
LSJ
κάφρυκτοι (καρφ- cod.)
· φρύγιοι
(Rhod.),
Hsch.
(For
κατάφρ
-).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}