κειμηλιάρχιον
κειμηλιάρχιον, treasury
κειμηλι-άρχιον, τό,
- treasury, Cod.Just. 11.48.20.1, al.
κειμηλιάρχιον, τό, Sammlung kostbarer, seltener Dinge, erst Sp.
κειμηλιάρχιον, treasury