κείρω
κείρω, to cut short, shear (hair); ravage, destroy
- cut short, shear, clip, esp. of hair, σοί τε κόμην κερέειν (sc. Σπερχειῷ) Il. 23.146, cf. Paus. 1.37.3; κ. ἐν χρ [τὰς τρίχας] crop it close, Hdt. 4.175; ἀλόχων κείραντες ἔθειραν E. Hel. 1124 (lyr.): —more freq. in Med., cut off oneʼs hair or have it cut off, as a sign of mourning (cf. κουρά), τοῦτο . . γέρας οἶον ὀϊζυροῖσι βροτοῖσι, κείρασθαί τε κόμην βαλέειν τʼ ἀπὸ δάκρυ παρειῶν Od. 4.198, cf. 24.46, Il. 23.46; πολύν σοι βοστρύχων πλόκαμον κεροῦμαι E. Tr. 1183; κείρομαι κόμαν Id. Ph. 322 (lyr.): abs., cut off oneʼs hair, κείρασθε, συμπενθήσατʼ Id. HF 1390; ἐφʼ οἷς ἡ πόλις ἐπένθησε καὶ ἐκείρατο Aeschin. 3.211, etc.; ἄξιον ἦν ἐπὶ τῷδε τῷ τάφῳ κείρασθαι τῇ Ἑλλάδι Lys. l.c.: Com., πρὸς φθεῖρα κείρασθαι to have oneself close shorn, Eub. 32:—Pass., κουρᾷ . . πενθίμῳ κεκαρμένος E. Or. 458; σύμβολον κ. half-cropped, Hermipp. 14; τὰ ῥόδα κ. Pherecr. 108.29; also, of the hair, to be cut off, πλόκαμοι κερθέντες Pi. P. 4.82; βοστρύχους κεκαρμένους E. El. 515.
- 2 crop a person, σφέας αὐτοὺς καὶ τοὺς ἵππους, in sign of mourning, Hdt. 9.24; κεκάρθαι τὰς κεφαλάς to have their heads shorn, Id. 2.36; Θρᾳκιστὶ κέκαρμαι Theoc. 14.46; v. χρώς I.2, ἐγκυτί; shear sheep, μάχαιραι κουρίδες, αἷς κείρομεν τὰ πρόβατα καὶ τοὺς ποιμένας Cratin. 37; κείρεσθαί (tonderi) μου τὰ πρόβατα, ἀλλʼ οὐκ ἀποξύρεσθαι (deglubi) βούλομαι Tiber. ap. D.C. 57.10 (cf. infr. 3); τὸ μὲν [καρῆναι] ἐπὶ προβάτων τιθέασι καὶ ἐπὶ ἀτίμου κουρᾶς (cf. Luc. Sol. 6), κείρασθαι δὲ ἐπὶ ἀνθρώπων Phryn. 292; but τῶν Ἀργείων ἐπὶ πένθει καρέντων Plu. l.c.; τῷ σε χρὴ δρεπάνοισι καὶ οὐ ψαλίδεσσι καρῆναι AP 11.368 (Jul. Antec.).
- 3 metaph., ‘fleece’, plunder, τὴν μάμμην Herod. 3.39.
- II cut down, δοῦρʼ ἐλάτης κέρσαντες Il. 24.450; ὕλην S. Tr. 1196; crop close, opp. ἐπιτέμνειν, Thphr. CP 3.23.3; pluck, ἄνθη Philostr. VA 1.5: metaph., ἐκ λεχέων κ. μελιαδέα ποίαν Pi. P. 9.37; Ἄρης κέρσειεν ἄωτον A. Supp. 666 (lyr.).
- 2 ravage a country, esp. by cutting down crops and fruit-trees, τὸ πεδίον Hdt. 5.63; τέμενος Id. 6.75, cf. OGI 765.10 (Priene); τὴν γῆν Hdt. 6.99, Th. 1.64; χώραν Aen.Tact. 15.9; destroy, πόλιν Call. Fr. 1.60 P.; also, clear, of pioneers, ὄρος Hdt. 7.131:—Pass., of a country, to be ravaged, καρῆναι Id. 4.127, cf. 8.65; κεκαρμένα κτήματα SIG 364.67 (Ephesus, iii B.C.):—Med., χθὼν πεύκας κειραμένη having its pine-trees cut down, AP 9.106 (Leon.); ἄρουραι λήϊα κειράμεναι Ps.-Phoc. 166: metaph., Σπάρτη . . ἐκείρατο δόξαν had her glory shorn off, Epigr. ap. Paus. 9.15.6; Ἄρης νυχίαν πλάκα κερσάμενος having had the plain swept clean (by destroying the men), A. Pers. 953 (lyr.).
- 3 ἔκειρε πολύκερων φόνον slaughtered many a horned beast by hewing, S. Aj. 55.
- 4 hew, carve, ἐπίβασιν Inscr.Cypr. 99 H.
- 5 cut through transversely, opp. σχίζειν (slit longitudinally), φλέβα Antyll. ap. Orib. 7.11.3.
- III generally, destroy, consume:
- 1 tear, eat greedily, of beasts, κείρει τʼ εἰσελθὼν βαθὺ λήϊον [ὄνος] Il. 11.560; of fish, δημὸν . . ἐπινεφρίδιον κείροντες 21.204; of vultures, ἧπαρ ἔκειρον Od. 11.578, cf. Luc. DDeor. 5[1].1, DMort. 24[30].1.
- 2 metaph., waste, devour, ἐκείρετε πολλὰ καὶ ἐσθλὰ κτήματʼ ἐμά Od. 2.312; ἔκειρον κτήματʼ ἐνὶ μεγάρῳ 22.369, etc.: abs., κείρετε (sc. βίοτον) 1.378.
1. afsnijden, scheren:
2. verwoesten, plunderen:
a) eigentlich, das Haar abscheren, abschneiden ; σοί τε κόμην κερέειν Il. 23.146 ; häufiger im med., κείροντο δὲ χαίτας Od. 24.46, wie κείρασθαι κόμην 4.198, sich das Haar scheren ; absol., κείρεσθαι, sich scheren, Il. 23.136 ; immer ein Zeichen der Trauer, bes. um Verstorbene ; πλόκαμοι κερθέντες Pind. Ol. 4.82 ; ὧν ἀλόχων κείραντες ἔθειραν Eur. Hel. 1134 ; ἐμὰν λευκόχροα κείρομαι κόμαν Phoen. 326 ; absol., κείρασθε, συμπενθήσατε Herc.Fur. 1390, wie Aesch. ἐφʼ οἷς ἡ πόλις ἐπένθησε καὶ ἐκείρατο 3.211 ; Arist. rhet. 3.10 u. A.; σφέας αὐτοὺς κείροντες καὶ τοὺς ἵππους Her. 9.24 ; ἅμα κήδεϊ κεκάρθαι τὰς κεφαλάς 2.36 ; Folgde. Nach Phryn. κείρασθαι von Menschen, καρῆναι von Schafen und anderen Tieren, vgl. Lobeck ib. 319 u. B.A. 103 ; aber Plut. sagt τῶν Ἀργείων ἐπὶ πένθει καρέντων, Lys. 1.
b) auch von anderen Dingen, abschneiden ; δοῦρʼ ἐλάτης κέρσαντες, Fichtenholz abhauen, Il. 24.450 ; πολλὴν μὲν ὕλην τῆς βαθυρρίζου δρυὸς κείραντα Soph. Trach. 1186 ; ὁπότʼ ἐκ λειμῶνος ἐΰπνοα λείρια κέρσοι Hosch. 2.32 ; Her. sagt ἔκειρε τὸ οὖρος, 7.131, er rasierte das Gebirge, hieb alle Waldung um ; übertr., μηδʼ Ἀφροδίτας εὐνάτωρ Ἄρης κέρσειεν ἄωτον Aesch. Suppl. 652, vgl. Ch. 170, 187.
c) von Tieren, abfressen, abweiden ; λήϊον, δημόν, Il. 11.560, 21.204 ; γῦπε ἧπαρ ἔκειρον, zwei Geier fraßen die Leber ab, Od. 11.578 ; Luc. D.D. 1.1 D. Hort. 30.1 ; ἔνθʼ εἰσπεσὼν ἔκειρε πολύκερων φόνον Soph. Aj. 55, er mordete die gehörnte Herde ; – κτήματα κείρειν, Hab und Gut aufzehren, Od. 2.312, 22.369 u. sonst ; auch ohne κτήματα, 1.378, 2.143.
d) übh. verwüsten, vernichten, vertilgen ; μάχης ἐπὶ μήδεα κείρειν, den Kampf verderben, Jemanden am Kämpfen hindern, Il. 15.467, 16.120 ; Länder, Städte u. dgl., wo wieder an ein Umhauen der Bäume u. ein Abschneiden des Getreides zu denken ist ; νυχίαν πλάκα κερσάμενος Aesch. Pers. 914 ; ἐσβαλὼν ἔκειρε τὸ τέμενος τῶν θεῶν Her. 6.75, vgl. 99 ; pass., ἡ Ἀττικὴ ἐκείρετο ὑπὸ τοῦ πεζοῦ 8.65 ; οὐδʼ ἄρα τὴν Ἑλλάδα Ἕλληνες ὄντες κεροῦσιν Plat. Rep. V.471b. – Verwandt ist ξύρω, vgl. Buttmann Lexil. II p. 264.
Fut. infin. κερέειν Il. 23.146.
3 sing. aor. ἔκερσε Il. 13.546, 548. κέρσε Il. 10.456, Il. 14.466.
Nom. pl. masc. pple. κέρσαντες Il. 24.450.
3 pl. aor. mid. κείραντο Od. 24.46.
Infin. κείρασθαι Il. 23.46: Od. 4.198. (ἀπο-, δια-, ἐπι-, κατα-.)
- 1
To cut through, sever: ἀπὸ δʼ ἄμφω κέρσε τένοντε Il. 10.456, Il. 14.466. Cf. Il. 13.546, 548.
To cut (the hair): σοὶ κόμην κερέειν Il. 23.146.
In mid.: κείραντο χαίτας Od. 24.46. Cf. Il. 23.46, 136: Od. 4.198.
- 2
To cut into shape: δοῦρʼ ἐλάτης Il. 24.450.
- 3
To tear, rend, devour: γῦπέ μιν ἧπαρ ἔκειρον Od. 11.578.
To bite at, nibble Il. 21.204.
- 4
To ravage, lay waste: λήϊον Il. 11.560.
- 5
To consume, devour, make away with,
[βίοτον]
Od. 1.378=Od. 2.143, κτήματα Od. 2.312, Od. 18.144, Od. 22.369, Od. 24.459.
- 6
Fig., to thwart, defeat: μάχης μήδεα Il. 15.467, Il. 16.120.
- 1
- 1cut οὐδὲ κομᾶν πλόκαμοι κερθέντες ᾤχοντʼ ἀγλαοί, ἀλλʼ ἅπαν νῶτον καταίθυσσον (καρθέντες ex uno cod. Schr.) P. 4.82 met., “ὁσία κλυτὰν χέρα οἱ προσενεγκεῖν ἦρα καὶ ἐκ λεχέων κεῖραι μελιαδέα ποίαν;” P. 9.37
- Ito cut the hair short, shear, clip, Il., Hdt., Eur.:— Mid. to cut off oneʼs hair or have it cut off, as in deep mourning, Hom., Eur., etc.:—Pass., βοστρύχους κεκαρμένος having oneʼs locks cut off, Eur.; κεκάρθαι τὰς κεφαλάς to have their heads shorn, in sign of mourning, Hdt.: of the hair, to be cut off, Pind.
- IIto cut or hew out, Il.; ὕλην Soph.
- IIIto ravage a country, by cutting down the crops and fruit-trees, Hdt., Thuc.:—Pass., of a country, to be ravaged, Thuc.:—Mid., Ἄρης πλάκα κερσάμενος having had the plain swept clean (by destroying the men), Aesch.
- IVgenerally, to destroy, and so,
- 1to tear, eat greedily, Lat. depasci, of beasts, Hom.; ἔκειρε πολύκερων φόνον, i. e. he slaughtered many a horned beast, Soph.
- 2of the suitors, to consume, waste oneʼs substance, Od.
-
…τὴν ἡμετέραν συμφοράν, οἱ δὲ μετὰ τὴν νίκην τῶν βαρβάρων. ὥστʼ ἄξιον ἦν ἐπὶ τῷδε τῷ τάφῳ τότε κείρασθαι τῇ Ἑλλάδι καὶ πενθῆσαι τοὺς ἐνθάδε κειμένους, ὡς συγκαταθαπτομένης τῆς αὑτῶν ἐλευθερίας τῇ τούτων ἀρετῇ · ὡς δυστυχὴς μὲν…
Lysias, Speeches
-
…ὕπατος καὶ ἄριστος, οὐ θέμις ἐστὶ λοετρὰ καρήατος ἆσσον ἱκέσθαι πρίν γʼ ἐνὶ Πάτροκλον θέμεναι πυρὶ σῆμά τε χεῦαι κείρασθαί τε κόμην, ἐπεὶ οὔ μʼ ἔτι δεύτερον ὧδε ἵξετʼ ἄχος κραδίην ὄφρα ζωοῖσι μετείω. ἀλλʼ ἤτοι νῦν μὲν…
Homer, Iliad
-
…; ἔρις ; πτώμασιν αἱματίσαι πέδον γᾶς. ἥβας δʼ ἄνθος ἄδρεπτον ἔστω, μηδʼ Ἀφροδίτας εὐνάτωρ βροτολοιγὸς Ἄ ρης κέρσειεν ἄωτον. καὶ γεραροῖσι πρε σβυτοδόκοι γεμόν των θυμέλαι φλεγόντων. τὼς πόλις εὖ νέμοιτο Ζῆνα μέγαν σεβόντων, τὸν…
Aeschylus, Suppliant Women
-
…οἱ ἔκπεσε χειρός. Τεῦκρος δʼ ἐρρίγησε, κασίγνητον δὲ προσηύδα · ὢ πόποι ἦ δὴ πάγχυ μάχης ἐπὶ μήδεα κείρει δαίμων ἡμετέρης, ὅ τέ μοι βιὸν ἔκβαλε χειρός, νευρὴν δʼ ἐξέρρηξε νεόστροφον, ἣν ἐνέδησα πρώϊον, ὄφρʼ…
Homer, Iliad
-
…καὶ ἀγλαὰ δῶρʼ ἐπʼ ἀπήνης. ἀλλʼ ὅτε δὴ κλισίην Πηληϊάδεω ἀφίκοντο ὑψηλήν, τὴν Μυρμιδόνες ποίησαν ἄνακτι δοῦρʼ ἐλάτης κέρσαντες · ἀτὰρ καθύπερθεν ἔρεψαν λαχνήεντʼ ὄροφον λειμωνόθεν ἀμήσαντες · ἀμφὶ δέ οἱ μεγάλην αὐλὴν ποίησαν ἄνακτι σταυροῖσιν πυκινοῖσι · θύρην…
Homer, Iliad
-
…, ἀμφὶ δέ οἱ θάνατος χύτο θυμοραϊστής. Ἀντίλοχος δὲ Θόωνα μεταστρεφθέντα δοκεύσας οὔτασʼ ἐπαΐξας, ἀπὸ δὲ φλέβα πᾶσαν ἔκερσεν, ἥ τʼ ἀνὰ νῶτα θέουσα διαμπερὲς αὐχένʼ ἱκάνει · τὴν ἀπὸ πᾶσαν ἔκερσεν · ὃ δʼ ὕπτιος ἐν κονίῃσι…
Homer, Iliad
-
…ἐρικυδέος υἱόν, κείμενον ἐν δαπέδῳ · ὁ δʼ ἐπʼ ἐννέα κεῖτο πέλεθρα, γῦπε δέ μιν ἑκάτερθε παρημένω ἧπαρ ἔκειρον, δέρτρον ἔσω δύνοντες, ὁ δʼ οὐκ ἀπαμύνετο χερσί · Λητὼ γὰρ ἕλκησε, Διὸς κυδρὴν παράκοιτιν, Πυθώδʼ…
Homer, Odyssey
-
…οἴνοπα πόντον · Σπερχείʼ ἄλλως σοί γε πατὴρ ἠρήσατο Πηλεὺς κεῖσέ με νοστήσαντα φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν σοί τε κόμην κερέειν ῥέξειν θʼ ἱερὴν ἑκατόμβην, πεντήκοντα δʼ ἔνορχα παρʼ αὐτόθι μῆλʼ ἱερεύσειν ἐς πηγάς, ὅθι τοι τέμενος βωμός τε…
Homer, Iliad
-
…εἴη, ἀλλʼ ὅ γε σιγῇ δῶρα θεῶν ἔχοι, ὅττι διδοῖεν. οἷʼ ὁρόω μνηστῆρας ἀτάσθαλα μηχανόωντας, κτήματα κείροντας καὶ ἀτιμάζοντας ἄκοιτιν ἀνδρός, ὃν οὐκέτι φημὶ φίλων καὶ πατρίδος αἴης δηρὸν ἀπέσσεσθαι · μάλα δὲ σχεδόν. ἀλλά…
Homer, Odyssey
-
…ἐν ψαμάθοισι, δίαινε δέ μιν μέλαν ὕδωρ. τὸν μὲν ἄρʼ ἐγχέλυές τε καὶ ἰχθύες ἀμφεπένοντο δημὸν ἐρεπτόμενοι ἐπινεφρίδιον κείροντες · αὐτὰρ ὃ βῆ ῥʼ ἰέναι μετὰ Παίονας ἱπποκορυστάς, οἵ ῥʼ ἔτι πὰρ ποταμὸν πεφοβήατο δινήεντα, ὡς εἶδον…
Homer, Iliad