Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κεφαλαραία
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κευθῆνες
κεύθησις
κεῦθμα
κευθμός
κευθμών
κευθμωνοδῖτης
κευθμωνοχαρής
κεῦθος
κεύθω
κεῦτλον
κεφαλά
κεφαλάδιον
Κεφαλαί
κεφαλαία
κεφάλαιον
κεφάλαιος
κεφαλαιόω
κεφαλαιώδης
κεφαλαιωδῶς
κεφαλαίωμα
κεφαλαίωσις
κεφαλαιωτής
κεφαλαιωτία
κεφαλαλγέω
κεφαλάλγημα
κεφαλαλγής
κεφαλαλγητικός
κεφαλαλγία
κεφαλαλγικός
κεφαλαλγός
κεφαλαραία
κεφαλαργέω
κεφαλαργία
κεφαλαρχέω
κεφαλή
Κεφαλή
κεφαληγερέτας
κεφαληγερέτης
κεφαλήγονος
κεφαληδόν
Κεφαλῆθεν
Κεφαλῆσιν
κεφαλήτης
κεφαλῆφι
κεφαλῆφιν
κεφαλίδιον
κεφαλίζω
κεφαλικός
κεφαλικῶς
κεφαλίνη
κεφαλῖνος
κεφάλιον
κεφαλιόω
κεφαλίς
κεφαλισμός
κεφαλίτης
κεφαλιτοπαραμήκης
κεφαλιῶται
Κεφαλλάνιος
Κεφαλλήν
Κεφαλλῆνες
…
κεφαλαραία
Save
LSJ
κεφᾰλᾰραία, ἡ,
= φάλαρον,
Anon.
in Rh.
210.15.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}