κεῦθμα
κεῦθ-μα, ατος, τό,
- = κευθμών, f.l. in Thgn. 243 (leg. κεύθεσι).
κεῦθμα, ατος (τὸ) [ᾰτ] c. κεῦθος, Thgn. 243.
Étym. dat. pl. κεύθμασι, corr. κεύθεσι.
κεῦθμα, τό, = κευθμών, Theogn. 243, l.d.