κεφαλαίωμα
κεφαλαίωμα, the sum total
κεφαλαί-ωμα, ατος, τό,
- sum total, Hdt. 3.159.
- II collective expression, τοὺς τὰς ἰδέας κεφαλαιώματα λέγοντας τοῦ ἐντρέχοντος κοινοῦ τοῖς πολλοῖς Procl. in Prm. p.564 S.
κεφαλαίωμα, ατος (τὸ) [φᾰ] somme, total, propr. récapitulation, Hdt. 3, 159.
Étym. κεφαλαιόω.
κεφαλαίωμα, τό, das Hauptergebnis, die Hauptsumme, Her. 3.159.
κεφαλαίωμα
κεφᾰλαίωμα, ατος, τό,
κεφαλαιόω
- the sum total, Hdt.