κευθμός
κευθ-μός, ὁ, = sq., Il. 13.28 (pl.), Lyc. 317, Call. Jov. 34.
κευθμός, οῦ (ὁ) c. le suiv. Il. 13, 28 ; Lyc. 317.
κευθμός, ὁ, = κευθμών ; Il. 13.28 ; Callim. Iov. 34 ; bei Strab. XI.495 als v.l.
κευθμός
-οῦο,
[κεύθω.]
A hiding-place, a hole: ἄταλλε κήττε κήτεα πάντοθεν ἐκ κευθμῶν Il. 13.28.
κευθμός : lair, pl., Il. 13.28†.
κευθμός, οῦ,
= κευθμών, Il.