Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κεφαλαιωδῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κέστρον
κέστρος
Κέστρος
κεστροσφενδόνη
κεστροφόρος
κεστροφύλαξ
κεστρόω
κέστρωσις
κεστρωτός
κετεύω
Κέτος
κευθάνω
κευθῆνες
κεύθησις
κεῦθμα
κευθμός
κευθμών
κευθμωνοδῖτης
κευθμωνοχαρής
κεῦθος
κεύθω
κεῦτλον
κεφαλά
κεφαλάδιον
Κεφαλαί
κεφαλαία
κεφάλαιον
κεφάλαιος
κεφαλαιόω
κεφαλαιώδης
κεφαλαιωδῶς
κεφαλαίωμα
κεφαλαίωσις
κεφαλαιωτής
κεφαλαιωτία
κεφαλαλγέω
κεφαλάλγημα
κεφαλαλγής
κεφαλαλγητικός
κεφαλαλγία
κεφαλαλγικός
κεφαλαλγός
κεφαλαραία
κεφαλαργέω
κεφαλαργία
κεφαλαρχέω
κεφαλή
Κεφαλή
κεφαληγερέτας
κεφαληγερέτης
κεφαλήγονος
κεφαληδόν
Κεφαλῆθεν
Κεφαλῆσιν
κεφαλήτης
κεφαλῆφι
κεφαλῆφιν
κεφαλίδιον
κεφαλίζω
κεφαλικός
κεφαλικῶς
…
κεφαλαιωδῶς
Save
Bailly 2024
κεφαλαιωδῶς
[
ᾰ
]
adv.
sommairement,
Arstt.
Rhet.
3, 14, 8,
etc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}