Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κηλίβανα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κηλαίνω
κηλαῖος
κήλας
κηλάς
κηλάστρα
κήλαστρον
κήλαστρος
κήλειος
κήλεον
κήλεος
κηλέστης
κηλέω
κήλη
Κηληδόνες
κηληδών
Κηληδών
κηληθμός
κήληθρον
κηληκτάς
κήλημα
κηλήνη
κήλησις
κηλήτειρα
κηλητήριον
κηλητήριος
κηλήτης
κηλητής
κηλητικός
κήλητρον
κηλήτωρ
κηλίβανα
κηλιδόω
κηλίδωμα
κηλίδωσις
κηλιδωτός
κηλικτάς
κηλιός
κηλίς
κῆλον
κηλόν
κηλόνειον
κηλόνιον
κηλόομαι
κηλοτομία
κηλοτομικός
κηλοτόμος
Κηλοῦσα
κηλόω
κήλυγμα
κήλων
κηλώνειον
κηλωνεύω
κηλωνήϊον
κηλώνιον
κηλωστά
κηλωτά
κἠμαυτόν
κἠμέ
κήμιψ
κἠμοί
κημός
…
κηλίβανα
Save
LSJ
κηλίβανα,
= σιδηρᾶ καλύμματα, as etym. of
κλιβανάριοι,
Lyd.
Mag.
1.46.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}