κηλητικός
κηλητικός, charming
κηλ-ητικός, ή, όν,
- charming, τὸ κ. τῆς ἐπιστήμης Ath. 14.633a.
κηλητικός, ή, όν, propre à charmer, à séduire, Ath. 633a.
Étym. κηλέω.
κηλητικός, = κηλητήριος, τὸ κηλ. τῆς ἐπιστήμης Ath. XV.633a.