κηράνθεμον Save Bailly 2024 Pape κηρ·άνθεμον, ου (τὸ) autre n. de la plante κήρινθον, Diosc. 5, 17. Étym. κηρός, ἄνθεμον. κηράνθεμον, τό, = κήρινθος, Diosc.