Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κηράνθεμος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κηπίων
Κῆποι
κηποκόμας
κηποκόμος
κηπολαχανία
κηπολάχανον
κηπολόγος
κηποπαράδεισος
κηποποιΐα
κῆπος
κηποτάφιον
κηποτύραννος
κηπουργία
κηπουργικός
κηπουρέω
κηπουρία
κηπουριακός
κηπουρικός
κηπουρός
κηποφύλαξ
κηπρίαρτος
κηπωρέω
κηπωρός
Κήρ
κῆρ
κήρ
κήρα
κηραίνω
κηραμύντης
κηράνθεμον
κηράνθεμος
κηραφίς
κηραχάτης
κηρεία
κηρέλαιον
κηρεμβροχή
κηρέσιος
κηρεσιφόρος
κηρεσσιφόρητος
Κηρεύς
κηρία
κηριάζω
κηριάπτης
κηρίδιον
κηρίζω
κήρινδον
κηρίνη
κήρινθον
κήρινθος
Κήρινθος
κήρινος
κηριοειδής
κηριοελκός
κηριοκλέπτης
κηριολάριον
κηρίολος
κηρίον
κηριόομαι
κηριοποιός
κηρίς
κηρίτη
…
κηράνθεμος
Save
LSJ
κηράνθεμος, ὁ,
= κήρινθος,
Dsc.
2.82 (pl.), 5.9.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}