κηραχάτης
κηραχάτης, wax-agate
κηρ-ᾰχάτης [χᾱ], ου, ὁ,
- wax-agate, Plin. HN 37.139.
κηρ·αχάτης, ου (ὁ) [ᾰᾱ] agathe jaune, Plin. H.N. 35, 54.
Étym. κηρός, ἀχάτης.
κηραχάτης, ὁ, wachsgelber Achat, Plin. H.N. 37.10.54.