κινέω
κινέω, to set in motion, to move
- set in motion, ἄγε κινήσας, of Hermes leading the souls, Od. 24.5; simply, move, οὐδέ τι κινῆσαι μελέων ἦν 8.298; κ. θύρην 22.394; κ. κάρη Il. 17.442, etc.; Ζέφυρος κ. λήϊον 2.147; κ. ὄμμα S. Ph. 866; ναῦς ἐκίνησεν πόδα E. Hec. 940 (lyr.), etc.; σκληρὰ ἡ γῆ ἔσται κινεῖν, i.e. plough, X. Oec. 16.11; κ. δόρυ, of a warrior about to attack, E. Andr. 607; κ. στρατιάν Id. Rh. 18 (anap.); κ. ὅπλα Th. 1.82; κ. σκάφην rock a cradle, Phylarch. 36 J.
- b in later Gr., set in motion a process of law, etc., PKlein.Form. 405, etc.
- 2 remove a thing from its place, ἀνδριάντα Hdt. 1.183; γῆς ὅρια Pl. Lg. 842e; κ. τι τῶν ἀκινήτων meddle with things sacred, Hdt. 6.134, cf. S. Ant. 1061, Th. 4.98; κ. τὰ χρήματα ἐς ἄλλο τι apply them to an alien purpose, Id. 2.24; κ. τῶν χρημάτων Id. 1.143, 6.70; κ. τὸ στρατόπεδον X. An. 6.4.27, etc. (κινεῖν alone, Plb. 2.54.2, cf. LXX Ge. 20.1, Plu. Dio 27); change, innovate, νόμαια Hdt. 3.80; τοὺς πατρίους νόμους Arist. Pol. 1268b28; τῶν κειμένων νόμων Zaleuc. ap. Stob. 4.2.19:—Pass., νόμιμα κινούμενα Pl. Lg. 797b; ἰατρικὴ κινηθεῖσα παρὰ τὰ πάτρια Arist. Pol. 1268b35: so abs. in Act., change treatment, ib. 1286a13.
- 3 Gramm., inflect, τὰ ῥήματα ἐκίνει τὸ τέλος A.D. Pron. 104.15:—more usu. in Pass., κατὰ τὸ τέλος κινεῖσθαι ib. 104.10.
- 4 alter a manuscript reading, Str. 7.3.4.
- II disturb, of a wasps’ nest, τοὺς δʼ εἴ πέρ τις . . κινήσῃ ἀέκων Il. 16.264; arouse, κ. τινὰ ἐξ ὕπνου E. Ba. 690; urge on, φόβος κ. τινά A. Ch. 289; φυγάδα πρόδρομον κινήσασα having driven him in headlong flight, S. Ant. 109 (lyr.); κ. ἐπιρρόθοις κακοῖσιν attack, assail, ib. 413; μήτηρ κ. κραδίαν, κ. δὲ χόλον E. Med. 99 (anap.); ἐάν με κινῇς καὶ ποιήσῃς τὴν χολὴν . . ζέσαι Anaxipp. 2; κ. τινά incite or stir one up to speak, Pl. R. 329e, Ly. 223a, X. Mem. 4.2.2; κ. τὰ πολλὰ καὶ ἄτοπα stir up . . questions, Pl. Tht. 163a; call in question an assumption, τὰ μέγιστα κ. τῶν μαθηματικῶν Arist. Cael. 271b11, cf. Phld. Sign. 27; κ. τὸ τὰ ἄκρα . . ἀνταίρειν Str. 2.1.12, cf. Plot. 2.1.6; ὁ κινῶν [τὰ φαινόμενα] λόγος S.E. M. 8.360:—Pass., S. OC 1526; κινεῖται γὰρ εὐθύς μοι χολή my bile is stirred, Pherecr. 69.5; κεκινῆσθαι πρός τι X. Oec. 8.1.
- 2 set going, cause, call forth, φθέγματα S. El. 18; πατρὸς στόμα Id. OC 1276; μῦθον E. El. 302; λόγον περί τινος Pl. R. 450a; πάντα κ. λόγον Id. Phlb. 15e; κ. ὀδύνην S. Tr. 974 (anap.); κακά Id. OT 636; πάθος Phld. Mus. p.4 K.; πόλεμον, πολέμους, Th. 6.34, Pl. R. 566e; Ἐμπεδοκλέα . . πρῶτον ῥητορικὴν κεκινηκέναι Arist. Fr. 65.
- 3 Medic., κ. οὔρησιν, οὖρα, Dsc. 2.109, 127; κοιλίαν ib. 6.
- 4 sens. obsc., κ. γυναῖκα Eup. 233.3 (nisi leg. ἐβίνουν), cf. Ar. Ach. 1052 (v.l.), Eq. 364, Nu. 1103 (lyr., Pass.), al., AP 11.7 (Nicander); κ. τὰ σκέλεα Herod. 5.2.
- 5 phrases: κ. πᾶν χρῆμα turn every stone, try every way, Hdt. 5.96; μὴ κ. εὖ κείμενον ‘let sleeping dogs lie’, Pl. Phlb. 15c; μὴ κίνει Καμάριναν, ἀκίνητος γὰρ ἀμείνων Orac. ap. St.Byz.; κινεῦντα μηδὲ κάρφος ‘not stirring a finger’, Herod. 3.67, cf. 1.55; μηδʼ ὀδόντα κινῆσαι Id. 3.49; κ. τὸν ἀπʼ ἴρας πύματον λίθον ‘play the last card’, Alc. 82 (s.v.l.).
- 6 in Law, πολιτικῶς κ. κατά τινος employ civil action against, Cod.Just. 4.20.13.1.
- B Pass., to be put in motion, go, Il. 1.47; <κι>νηθεὶς ἐπῄει dub. in Pi. Fr. 101: generally, to be moved, stir, κινήθη ἀγορή, ἐκίνηθεν φάλαγγες, Il. 2.144, 16.280; of an earthquake, Δῆλος ἐκινήθη Hdt. 6.98, Th. 2.8; θύελλα κινηθεῖσα S. OC 1660; τί κεκίνηται; what motion is this? E. Andr. 1226 (anap.); κινεῖσθαι, opp. ἑστάναι, motion, opp. rest, Pl. Sph. 250b, etc.; ὥσπερ χορδαὶ ἐν λύρᾳ συμπαθῶς κινηθεῖσαι vibrating in unison, Plot. 4.4.8.
- 2 of persons, to be moved, stirred, ὁ κεκινημένος one who is agitated, excited, Pl. Phdr. 245b, cf. Vett.Val. 45.25, al.; κ. παθητικῶς Phld. Rh. 1.193 S.
- 3 of dancing, κ. τῷ σώματι Pl. Lg. 656a.
- 4 move forward, of soldiers, S. OC 1371, E. Rh. 139, Ph. 107; but κ. ἐκ τῆς τάξεως leave the ranks, X. HG 2.1.22.
- 5 to be disturbed or in rebellion, D.C. 39.54, 42.15, al.
- 6 κεκινημένος περί τι, Lat. versatus in . ., Pl. Lg. 908d.
1. met acc.
a. bewegen, in beweging zetten:
b. tot actie bewegen, opruien, prikkelen:
c. van zijn plaats halen, verwijderen:
2. med.-pass., intrans.
a. zich bewegen:
b. zich bewegen, voortgaan:
[cf. κίνυμι.]
(ἀπο-.)
- 1
To move, put into motion, impart movement to Il. 16.298 : Od. 8.298.
To shake (the head) : κινήσας κάρη Il. 17.200, 442 : = Od. 5.285 = 376. Cf. Od. 17.465 = 491 = Od. 20.184.
To stir up (persons) to motion, cause (them) to move onwards : ῥάβδῳ ἄγε κινήσας Od. 24.5.
In pass., to move, address oneself to motion : αὐτοῦ κινηθέντος Il. 1.47.
- 2
To disturb, rouse to action, irritate : σφῆκας Il. 16.264.
To disturb the surface of, ruffle : βαθὺ λήϊον Il. 2.147.
To raise (waves) : [κῦμα] Il. 2.395, Il. 4.423.
To rouse from rest, stir up : λὰξ ποδὶ κινήσας Il. 10.158 : Od. 15.45.
To shake (a door) in order to attract attention Od. 22.394.
In pass., to be moved or troubled, be put into commotion : κινήθη ἀγορή Il. 2.144, 149. Cf. Il. 16.280.
- 3
To move from one position to another : [Αἴαντα] τυτθὸν ἀπὸ χθονός Il. 23.730.
- 1
- a move, speed ἐν δʼ ὁ παγκρατὴς κεραυνὸς ἀμπνέων πῦρ κεκίνη[ται τό τ] Ἐνυαλίου ἔγχος Δ. 2. 16.
- b met., excite δελφῖνος, τὸν μὲν ἀκύμονος ἐν πόντου πελάγει αὐλῶν ἐκίνησʼ ἐρατὸν μέλος fr. 140b. 17. [v. περιδινέω]
Strong 2795
1. to set in motion, move: Mt 23:4; τ. κεφαλήν (Ps 21 (22):8, al.), Mt 27:39, Mk 15:29; pass. (cf. Ge 7:21), Ac 17:28.
2. to remove: Re 2:5 6:14.
3. to excite, stir up: Ac 24:5; pass., 21:30 (cf. μετα-, συν-κινέω).†
φάνηθί μοι, κύριε, μεγαλώνυμε, ... ὁ διαρρήσσων πέτρας καὶ κινῶν ὀνόματα θεῶν
muéstrate a mí, señor, tú que tienes un gran nombre, tú que rompes las piedras y conmueves los nombres de los dioses
- Ipf to set in motion, to move, Hom., Attic
- 2to move or remove a thing from its place, Hdt.; κ. τὰ ἀκίνητα to meddle with things sacred, Hdt., Soph.; κ. τὰ χρήματα ἐς ἄλλο τι to apply them to an alien purpose, Hdt.;— κ. τὸ στρατόπεδον, Lat. castra movere, Xen.:— to change, innovate, τὰ νόμαια Hdt.
- IIto rouse, disturb, of a waspsʼ nest, Il.: to stir up, arouse, urge on, Trag., etc.
- IIIto set agoing, cause, call forth, Soph., etc.:—proverb., κ. πᾶν χρῆμα to turn every stone, try every way, Hdt.
- BPass. to be put in motion, to be moved, move, stir, Il., Hdt., Attic
- 2to move forward, of soldiers, Soph., Xen., etc.
-
…Σώκρατες, καὶ νεότης χαλεπὴ τῷ τοιούτῳ συμβαίνει. καὶ ἐγὼ ἀγασθεὶς αὐτοῦ εἰπόντος ταῦτα, βουλόμενος ἔτι λέγειν αὐτὸν ἐκίνουν καὶ εἶπον · ὦ Κέφαλε, οἶμαί σου τοὺς πολλούς, ὅταν ταῦτα λέγῃς, οὐκ ἀποδέχεσθαι ἀλλʼ ἡγεῖσθαί σε…
Plato, Republic
-
…Δαναοὶ δʼ ἐπέχυντο νῆας ἀνὰ γλαφυράς · ὅμαδος δʼ ἀλίαστος ἐτύχθη. ὡς δʼ ὅτʼ ἀφʼ ὑψηλῆς κορυφῆς ὄρεος μεγάλοιο κινήσῃ πυκινὴν νεφέλην στεροπηγερέτα Ζεύς, ἔκ τʼ ἔφανεν πᾶσαι σκοπιαὶ καὶ πρώονες ἄκροι καὶ νάπαι, οὐρανόθεν δʼ ἄρʼ ὑπερράγη…
Homer, Iliad
-
…ὁμομαστιγίας, τίς οὗτος οὕνδον ἐστὶ θόρυβος καὶ βοὴ χὠ λοιδορησμός ; Αἰσχύλου κεὐριπίδου. ἆ. πρᾶγμα πρᾶγμα μέγα κεκίνηται μέγα ἐν τοῖς νεκροῖσι καὶ στάσις πολλὴ πάνυ. ἐκ τοῦ ; νόμος τις ἐνθάδʼ ἐστὶ κείμενος ἀπὸ τῶν τεχνῶν…
Aristophanes, Frogs
-
…λωτοῦ ψόφῳ θηρᾶν καθʼ ὕλην Κύπριν ἠρημωμένας. ἡ σὴ δὲ μήτηρ ὠλόλυξεν ἐν μέσαις σταθεῖσα βάκχαις, ἐξ ὕπνου κινεῖν δέμας, μυκήμαθʼ ὡς ἤκουσε κεροφόρων βοῶν. αἳ δʼ ἀποβαλοῦσαι θαλερὸν ὀμμάτων ὕπνον ἀνῇξαν ὀρθαί, θαῦμʼ ἰδεῖν εὐκοσμίας…
Euripides, Bacchae
-
…, ὦ χρυσέας ἁμέρας βλέφαρον, Διρκαίων ὑπὲρ ῥεέθρων μολοῦσα, τὸν λεύκασπιν Ἀργόθεν ἐκβάντα φῶτα πανσαγίᾳ φυγάδα πρόδρομον ὀξυτέρῳ κινήσασα χαλινῷ · ὃς ἐφʼ ἡμετέρᾳ γᾷ Πολυνείκους ἀρθεὶς νεικέων ἐξ ἀμφιλόγων ὀξέα κλάζων ἀετὸς εἰς γᾶν ὣς ὑπερέπτα, λευκῆς…
Sophocles, Antigone
-
…μακάριός γε, ἂν Πριαμικαῖς τύχαις περιπέσῃ. οὐδὲ δὴ ποικίλος γε καὶ εὐμετάβολος · οὔτε γὰρ ἐκ τῆς εὐδαιμονίας κινηθήσεται ῥᾳδίως, οὐδʼ ὑπὸ τῶν τυχόντων ἀτυχημάτων ἀλλʼ ὑπὸ μεγάλων καὶ πολλῶν, ἔκ τε τῶν τοιούτων οὐκ ἂν γένοιτο…
Aristotle, Nicomachean Ethics
-
…πολλὴν εἰληφότων ἐπίδοσιν, καὶ οὐδὲν ὁμοίων ὄντων τῶν νῦν τοῖς πρότερον, οὐδὲν ἡγοῦμαι πλέον ἢ τὰ τοῦ πολέμου κεκινῆσθαι κἀπιδεδωκέναι. πρῶτον μὲν γὰρ ἀκούω Λακεδαιμονίους τότε καὶ πάντας τοὺς ἄλλους, τέτταρας μῆνας ἢ πέντε, τὴν ὡραίαν…
Demosthenes, Speeches
-
…διαγωνιεῖσθʼ ἔφασκε πρός γʼ Εὐριπίδην. τὸ χρῆμʼ ἄρʼ ἔσται ; νὴ Δίʼ ὀλίγον ὕστερον. κἀνταῦθα δὴ τὰ δεινὰ κινηθήσεται. καὶ γὰρ ταλάντῳ μουσικὴ σταθμήσεται τί δέ ; μειαγωγήσουσι τὴν τραγῳδίαν ; καὶ κανόνας ἐξοίσουσι καὶ πήχεις ἐπῶν καὶ…
Aristophanes, Frogs
-
…Δαρεῖος μὲν ὁ Ὑστάσπεος ἐπιβουλεύσας οὐκ ἐτόλμησε λαβεῖν, Ξέρξης δὲ ὁ Δαρείου ἔλαβε καὶ τὸν ἱρέα ἀπέκτεινε ἀπαγορεύοντα μὴ κινέειν τὸν ἀνδριάντα. τὸ μὲν δὴ ἱρὸν τοῦτο οὕτω κεκόσμηται, ἔστι δὲ καὶ ἴδια ἀναθήματα πολλά. τῆς δὲ…
Herodotus, The Histories
-
…Τηλέμαχος δʼ ἐν μὲν κραδίῃ μέγα πένθος ἄεξε βλημένου, οὐδʼ ἄρα δάκρυ χαμαὶ βάλεν ἐκ βλεφάροιϊν, ἀλλʼ ἀκέων κίνησε κάρη, κακὰ βυσσοδομεύων. τοῦ δʼ ὡς οὖν ἤκουσε περίφρων Πηνελόπεια βλημένου ἐν μεγάρῳ, μετʼ ἄρα δμῳῇσιν ἔειπεν…
Homer, Odyssey