κινησίφυλλος
κινησίφυλλος, leaf-moving
κῑνησῐ-φυλλος, ον,
- leaf-moving, gloss on εἰνοσίφυλλος, Hsch., Apollon. Lex.
κινησίφυλλος, [κῑ], das Laub bewegend, Schol. Il. 2.632, Erkl. von εἰνοσίφυλλος.