κινδυνεύω
κινδυνεύω, κινδυνεύω, be in danger, run risk, be likely to (verb)
- to be daring, run risk, κ. πρὸς πολλούς, πρὸς τοὺς πολεμίους, Hdt. 4.11, X. Mem. 3.3.14; κ. εἰς τὴν Αἴγυπτον venture thither, Pherecr. 11.
- b abs., make a venture, take a risk, Hdt. 3.69, Ar. Eq. 1204; to be in dire peril, Th. 3.28, 6.33, etc.; to be in danger, Arist. EN 1124b8, etc.; of a sick person, Hp. Aph. (Sp. ) 7.82, Coac. 374; esp. engage in war, Isoc. 1.43; τοῦ χωρίου κινδυνεύοντος the post being in peril, Th. 4.8; ὁ κινδυνεύων τόπος the place of danger, Plb. 3.115.6.
- 2 c. dat., κ. τῷ σώματι, τῇ ψυχῇ, Hdt. 2.120, 7.209; κ. ἁπάσῃ τῇ Ἑλλάδι run a risk with all Greece, i.e. endanger it all, Id. 8.60.α; στρατιῇ Id. 4.80; τίσιν οὖν ὑμεῖς κινδυνεύσαιτʼ ἄν . .; in what points . . ? D. 9.18; κ. τοῖς ὅλοις πράγμασι, τῷ βίῳ, Plb. 1.70.1, 5.61.4; τῷ ζῆν PTeb. 44.21 (ii B.C.): freq. with Preps., κ. ἐν τοῖς σώμασι Lys. 2.63; οὐκ ἐν τῷ Καρὶ ἀλλʼ ἐν υἱέσι Pl. La. 187b (Pass.); κ. περὶ [τῆς Πελοποννήσου] Hdt. 8.74; περὶ τῆς ψυχῆς Antipho 2.4.5, Ar. Pl. 524; περὶ τοῦ σώματος And. 1.4; περὶ ἀνδραποδισμοῦ Isoc. 8.37; περὶ τῆς μεγίστης ζημίας Lys. 7.15; περὶ τῆς βασιλείας πρὸς Κῦρον D. 15.24; περὶ αὑτῷ Antipho 5.6; περὶ τοῖς φιλτάτοις Pl. Prt. 314a; but κ. περὶ δισχιλίους go into battle with a force of 2,000, Eun. Hist. p.244 D.; ὑπὲρ καλλίστων Lys. 2.79.
- 3 c. acc. cogn., venture, hazard, τοὺς ἐσχάτους κινδύνους Antipho 5.82; κινδύνευμα Pl. R. 451a; μάχην Aeschin. 2.169; τὴν ψευδομαρτυρίαν hazard a prosecution for perjury, D. 41.16 codd. (τῶν-ιῶν Blass):—Pass., to be ventured or hazarded, μεταβολὴ κινδυνεύεται there is risk of change, Th. 2.43; ὁποτέρως ἔσται, ἐν ἀδήλῳ κινδυνεύεται remains in hazardous uncertainty, Id. 1.78; τὰ μέγιστα κινδυνεύεται τῇ πόλει D. 19.285; κεκινδυνευμένον a venturous enterprise, Pi. N. 5.14; τὰ κινδυνευθέντα, = τὰ κινδυνεύματα, Lys. 2.54; τῶν ἤδη σφίσι καλῶς κεκινδυνευμένων Arr. An. 2.7.3; τὸ φιλοπόλεμον καὶ κεκ. D.S. 2.21.
- 4 c. inf., run the risk of doing or being . ., τὸν στρατὸν κινδυνεύσει ἀποβαλεῖν Hdt. 8.65; κακόν τι λαβεῖν Id. 6.9; ἀπολέσθαι Id. 9.89; διαφθαρῆναι Th. 3.74; ἀποθανεῖν Pl. Ap. 28b, etc.; τοῦ συντριβῆναι LXX Jn. 1.4; then,
- b to express chance, i.e. what may possibly or probably happen: c. pres., pf., or aor. inf., κινδυνεύουσι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι γόητες εἶναι they run a risk of being reputed conjurers, Hdt. 4.105; κινδυνεύσομεν βοηθεῖν we shall probably have to assist, Pl. Tht. 164e, cf. 172c; κ. ἡ ἀληθὴς δόξα ἐπιστήμη εἶναι seems likely to be . ., ib. 187b; κινδυνεύσεις ἐπιδεῖξαι χρηστὸς εἶναι you will have the chance of showing your worth, X. Mem. 2.3.17, cf. 3.13.3; κ. ἀναμφιλογώτατον ἀγαθὸν εἶναι ib. 4.2.34, cf. Pl. Ap. 40b; τὰ συσσίτια κινδυνεύει συναγαγεῖν he probably organized the σ., Id. Lg. 625e; κινδυνεύω πεπονθέναι ὅπερ . . Id. Grg. 485e: c. fut. inf., dub. in Th. 4.117; κινδυνεύει impers., it may be, possibly, as an affirmat. answer, Pl. Sph. 256e, Phdr. 262c; out of courtesy, when no real doubt is implied, κινδυνεύεις ἀληθῆ λέγειν you may very likely be right, Id. Smp. 205d.
- 5 Pass., to be endangered or imperilled, ἐν ἑνὶ ἀνδρὶ πολλῶν ἀρετὰς κ. Th. 2.35; τὰ χρήματα κινδυνεύεται τῷ δανείσαντι D. 34.28:— but Pass. in sense of Act. dub. in GDI 3569.4 (Calymna).
1. abs. gevaar lopen, in gevaar zijn:
2. risico nemen met, in gevaar brengen, op het spel zetten;
3. risico lopen, de kans lopen, dreigen te,
1) sich in Gefahr begeben, wagen, bes. in der Schlacht kämpfen ; absolut, Thuc. 1.20, ὡς δεῖ ὡπλίσθαι τὸν μέλλοντα ἐφʼ ἵππου κινδυνεύειν Xen. de re Eq. 12.1, der zu Pferde kämpfen will ; πρὸς τοὺς πολεμίους Mem. 3.3.14 ; Dem. 15.24 u. A.; περὶ τῆς ψυχῆς Ar. Plut. 524 ; περὶ τῆς πατρίδος Pol. 1.27.1 ; ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς 1.2.2, ὁ κινδυνεύων τόπος, der Ort der Gefahr, 3.115.6 ; auch περὶ τοῖς φιλτάτοις, Plat. Prot. 314a ; – c. dat., τῇ ψυχῇ, sein Leben aufs Spiel setzen, daran wagen, Her. 7.209 ; τῷ βίῳ Pol. 5.61.4 ; τοῖς ὅλοις πράγμασι 1.70.1, – c. acc., τὴν μάχην ἐν τοῖς ἐπιλέκτοις ἐκινδύνευσα, ich habe die Schlacht mitgemacht, Aesch. 2.169 ; κινδυνεύειν τὴν ψευδομαρτυρίαν Dem. 41.16, sich in die Gefahr stürzen, falsches Zeugnisses wegen angeklagt zu werden. Auch κινδύνευμα κινδυνεύειν, Plat. Rep. IV.451a ; πάντας κινδύνους Legg. VII.814b. – Gefahr laufen, in Gefahr sein ; τὸν ναυτικὸν στρατὸν κινδυνεύσει ἀποβαλέειν, er wird Gefahr laufen zu verlieren, Her. 8.65, vgl. 97 ; κινδυνεύω διαφθαρῆναι Thuc. 3.74 ; vgl. Xen. Mem. 4.7.6 ; ἐξ οὗ κινδυνεύεις νυνὶ ἀποθανεῖν Plat. Apol. 28b ; μὴ περὶ τοῖς φιλτάτοις κυβεύῃς τε καὶ κινδυνεύῃς Prot. 314a ; gew. περί τινος, Gorg. 521d ; vgl. Her. 8.74 ; περὶ τοῦ βίου Ar. Plut. 524 ; Folgde. – Bes. auch vor Gericht in Gefahr sein, auf Tod u. Leben angeklagt sein. – Pass. in Gefahr gesetzt werden, in Gefahr geraten ; ἐν δίκᾳ μὴ κεκινδυνευμένος Pind. N. 5.14 ; im Kriege, Isocr. 1.43 ; μὴ ἐν ἑνὶ ἀνδρὶ πολλῶν ἀρετὰς κινδυνεύεσθαι, aufs Spiel gesetzt werden, Thuc. 2.35 ; Plat. μὴ οὐκ ἐν τῷ Καρὶ ὑμῖν ὁ κίνδυνος κινδυνεύηται ἀλλʼ ἐν τοῖς υἱέσι Lach. 187b ; διʼ ὧν τὰ μέγιστα κινδυνεύεται τῇ πόλει Dem. 19.285 ; τὰ χρήματα κινδυνεύεται τῷ δανείσαντι 34.28 ; τὸ ὑπὸ πολλῶν κινδυνευθέντα Lys. 2.54, gefahrvolle Unternehmungen ; vgl. Arr. An. 2.7.5 ; τὸ φιλοπόλεμον καὶ κεκινδυνευμένον DS. 2.21.
2) sehr gewöhnlich im milderen Sinn, κινδυνεύουσι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι γόητες εἶναι, sie laufen Gefahr als Betrüger zu erscheinen, sie scheinen Betrüger zu sein, Her. 4.105 ; oft im Att., bes. bei Plat., eine höfliche Wendung für eine bestimmte Behauptung, dem lat. haud scio an entsprechend ; κινδυνεύω πεπονθέναι, es scheint mir so zu gehen, Gorg. 485c ; κινδυνεύω σοι δοκεῖν μακάριός τις εἶναι, ich scheine dir wohl zu meinen, Men. 71b ; κινδυνεύεις ἀληθῆ λέγειν, du kannst wohl Recht haben, Symp. 205d, öfter ; auch in bejahenden Antworten, »so scheint es«, Phaedr. 262c, Soph. 256e u. öfter ; κινδυνεύει ἀναμφιλογώτατον ἀγαθὸν εἶναι τὸ εὐδαιμονεῖν, Glückseligkeit scheint das unbezweifeltste Gut zu sein, Xen. Mem. 4.2.34.
- 1venture αἰδέομαι μέγα εἰπεῖν ἐν δίκᾳ τε μὴ κεκινδυνευμένον i. e. the murder of their half brother by Peleus and Telamon N. 5.14
Strong 2793
1. to be daring, to venture.
2. to be in danger: Lk 8:23, Ac 19:27, 40, I Co 15:30.†
- 1to be daring, to make a venture, take the risk, do a daring thing, Hdt., Ar., etc.: to be in danger, Thuc.
- 2that in respect of which danger is incurred in dat., κ. τῶι σώματι, τῆι ψυχῆι Hdt.; κ. πάσηι τῆι Ἑλλάδι to run a risk with all Greece, i. e. endanger it all, Hdt., etc.; so, κ. περὶ τῆς ψυχῆς Ar., etc.
- 3c. acc. cogn. to venture, hazard, κινδύνευμα Plat.; μάχην Aeschin.:—Pass. to be risked or hazarded, μεταβολὴ κινδυνεύεται there is risk of change, Thuc.; τὰ μέγιστα κινδυνεύεται are endangered, Dem.
- 4c. inf. to run the risk of doing or being, Hdt., Thuc., etc.:— then, implying a chance of success, κινδυνεύω (c. inf.) is used to express what may possibly or probably happen, κινδυνεύουσι οἱ ἄνθρωποι γόητες εἶναι they run a risk of being reputed conjurors, Hdt.; κινδυνεύσεις ἐπιδεῖξαι χρηστὸς εἶναι you will have a chance of showing your worth, Xen.; κινδυνεύει ἀγαθὸν γεγονέναι it is very likely to prove good, Plat.:—then impers., κινδυνεύει it may be, possibly, Plat.
- 5Pass. to be endangered or imperilled, Thuc., Dem.
-
…. ἐκεῖνος γάρ, ὥς φησιν, οἶδε τίνα τρόπον οἱ νέοι διαφθείρονται καὶ τίνες οἱ διαφθείροντες αὐτούς. καὶ κινδυνεύει σοφός τις εἶναι, καὶ τὴν ἐμὴν ἀμαθίαν κατιδὼν ὡς διαφθείροντος τοὺς ἡλικιώτας αὐτοῦ, ἔρχεται κατηγορήσων μου ὥσπερ πρὸς…
Plato, Euthyphro
-
…ναυμαχοῦντες, καὶ πρὸς ; τοὺς ; βαρβάρους καὶ πρὸς τοὺς Ἕλληνας, ὑπὸ πάντων ἠξιώθησαν, καὶ μεθʼ ὧν ἐκινδύνευον καὶ πρὸς οὓς ἐπολέμουν, ἡγεμόνες γενέσθαι τῆς Ἑλλάδος. ὑστέρῳ δὲ χρόνῳ Ἑλληνικοῦ πολέμου καταστάντος διὰ ζῆλον τῶν γεγενημένων…
Lysias, Speeches
-
…διδάξω. δέομαι δʼ ὑμῶν ἀκοῦσαι ὑπέρ τʼ ἐμαυτοῦ καὶ τῆς πόλεως, καὶ μηδενὶ τοῦτο παραστῇ, ὡς Ἐρατοσθένους κινδυνεύοντος Θηραμένους κατηγορῶ. πυνθάνομαι γὰρ ταῦτα ἀπολογήσεσθαι αὐτόν, ὅτι ἐκείνῳ φίλος ἦν καὶ τῶν αὐτῶν ἔργων μετεῖχε. καίτοι…
Lysias, Speeches
-
…χρῆσθαι ἀλλὰ κεῖσθαι ; πάνυ γε. ὅταν ἄρα ἄχρηστον ᾖ ἀργύριον, τότε χρήσιμος ἐπʼ αὐτῷ ἡ δικαιοσύνη ; κινδυνεύει. καὶ ὅταν δὴ δρέπανον δέῃ φυλάττειν, ἡ δικαιοσύνη χρήσιμος καὶ κοινῇ καὶ ἰδίᾳ · ὅταν δὲ χρῆσθαι ,…
Plato, Republic
-
…ἐροῦμεν αὐτὸ τοὐναντίον ἢ τὸν Σιμωνίδην ἔφαμεν λέγειν. καὶ μάλα, ἔφη, οὕτω συμβαίνει. ἀλλὰ μεταθώμεθα · κινδυνεύομεν γὰρ οὐκ ὀρθῶς τὸν φίλον καὶ ἐχθρὸν θέσθαι. πῶς θέμενοι, ὦ Πολέμαρχε ; τὸν δοκοῦντα χρηστόν, τοῦτον…
Plato, Republic
-
…ἀλλοτρίας καταισχύνουσι γυναῖκας. ἐγὼ γὰρ νῦν καὶ περὶ τοῦ σώματος καὶ περὶ τῶν χρημάτων καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων κινδυνεύω, ὅτι τοῖς τῆς πόλεως νόμοις ἐπειθόμην. Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς εἰ μὲν ἡγούμην οἷόν τε εἶναι, ὦ…
Lysias, Speeches
-
…Λακεδαιμόνιοι δέ, οὐ ταῖς ψυχαῖς ἐνδεεῖς γενόμενοι, ἀλλὰ τοῦ πλήθους ψευσθέντες καὶ οὓς φυλάξειν ᾤοντο καὶ πρὸς οὓς κινδυνεύσειν ἔμελλον, ; διεφθάρησαν ; οὐχ ἡττηθέντες τῶν ἐναντίων, ἀλλʼ ἀποθανόντες οὗπερ ἐτάχθησαν μάχεσθαι · τούτῳ δὲ τῷ τρόπῳ…
Lysias, Speeches
-
…, ἡγούμενοι τὴν αὑτῶν ἀρχὴν βεβαιοτέραν εἶναι τῆς παρὰ τῶν θεῶν τιμωρίας. ὅσοι δὲ τὸν θάνατον διέφυγον, πολλαχοῦ κινδυνεύσαντες καὶ εἰς πολλὰς πόλεις πλανηθέντες καὶ πανταχόθεν ἐκκηρυττόμενοι, ἐνδεεῖς ὄντες τῶν ἐπιτηδείων, οἱ μὲν ἐν πολεμίᾳ τῇ πατρίδι…
Lysias, Speeches
-
…στῇ. ἴσως ἂν οὖν εἴποι τις · εἶτʼ οὐκ αἰσχύνῃ, ὦ Σώκρατες, τοιοῦτον ἐπιτήδευμα ἐπιτηδεύσας ἐξ οὗ κινδυνεύεις νυνὶ ἀποθανεῖν ; ἐγὼ δὲ τούτῳ ἂν δίκαιον λόγον ἀντείποιμι, ὅτι οὐ καλῶς λέγεις, ὦ ἄνθρωπε, εἰ…
Plato, Apology
-
…πᾶσιν ἀνθρώποις φανερὰν τὴν αὑτῶν ἀρετὴν ἐπεδείξαντο. ἐτόλμησαν γὰρ μεγάλην ποιοῦντες τὴν Ἑλλάδα οὐ μόνον ὑπὲρ τῆς αὑτῶν σωτηρίας κινδυνεύειν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῆς τῶν πολεμίων ἐλευθερίας ἀποθνῄσκειν · τοῖς γὰρ Λακεδαιμονίων συμμάχοις περὶ τῆς ἐκείνων ἐλευθερίας ἐμάχοντο .…
Lysias, Speeches