κινηθμός
κινηθμός, motion
κῑν-ηθμός, ὁ,
- motion, Pi. P. 4.208.
κινηθμός, οῦ (ὁ) [ῑ] mouvement, Pd. P. 4, 370.
Étym. κινέω.
κινηθμός, [ῑ], ὁ, = κίνησις ; πετρᾶν Pind. P. 4.208.
κῑνηθμός
- 1movement συνδρόμων κινηθμὸν ἀμαιμάκετον ἐκφυγεῖν πετρᾶν P. 4.208
κινηθμός
κῑνηθμός, οῦ,
κινέω
= κίνησις,
- motion, Pind.