κληματόεις
κληματόεις, of vine-twigs
κλημᾰτό-εις, εσσα, εν,
- of vine-twigs, τέφρη Nic. Al. 530.
κληματόεις, όεσσα, όεν [ᾰ] sarmenteux, Nic. Al. 530.
Étym. κλῆμα.
κληματόεις, εσσα, εν, rankig, Nic. Al. 530.