κληματοειδής
κλημᾰτο-ειδής, ές,
- = κληματίς II.2, Dsc. 4.[180] ap. Gal. 12.31 (but not in Dsc.).
κληματο·ειδής, ής, ές, c. le suiv. Gal. 13, 192.
Étym. κλῆμα, εἶδος.