κληϊθρίη Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape κληϊθρίη ou κληΐθρη, ης (ἡ) c. κλειθρία, Phéréc. (DL. 1, 122). κληϊθρίη Ion. voor κλειθρία. κληϊθρίη, ion. = κλειθρία.