κλῃδουχέω
κλῃδουχέω, κλῃδοῦχος, old Att. for κλειδ- (q.v.).
κλῃδουχέω, v. κλειδουχέω.
κλῃδουχέω, die Schlüssel halten, führen, als Aufseher od. Priester ; σὲ δʼ ἀμφὶ σεμνὰς κλίμακας Βραυρωνίας δεῖ τῆσδε κλῃδουχεῖν θεᾶς Eur. I.T. 1463 ; übh. bewachen, γλώσσης πικροῖς κέντροισι κλῃδουχούμενοι Herc.Fur. 1283, wo Hermann κηλιδούμενοι vermutet.