κνήκιον Save LSJ Bailly 2024 κνήκ-ιον, τό, = τρίφυλλον, Dsc. 3.109 (v.l. κνίκιον). 2 = σάμψουχον, Ps.-Dsc. 3.39. κνήκιον, ου (τὸ) sureau, arbre, Diosc. 3, 41. Étym. κνῆκος.